Μετάφραση του "bem" σε Ελληνικά

Οι καλός, αγαθά, αγαθό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bem" σε Ελληνικά.

bem noun adverb interjection masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλός

    noun masculine

    Do que você sabe, você sabe muito bem.

    Εσείς από όσο ξέρω τον γνωρίζετε πολύ καλά.

  • αγαθά

    noun neuter

    se os bens forem transportados em contentores ao passar a fronteira do território estatístico da União Europeia.

    αν τα αγαθά μεταφέρονται σε εμπορευματοκιβώτια όταν διασχίζουν τα σύνορα του στατιστικού εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • αγαθό

    noun

    se os bens forem transportados em contentores ao passar a fronteira do território estatístico da União Europeia.

    αν τα αγαθά μεταφέρονται σε εμπορευματοκιβώτια όταν διασχίζουν τα σύνορα του στατιστικού εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ναι
    • καλώς
    • μάλιστα
    • μάλλον
    • υγιής
    • καλά
    • ωραία
    • εντελώς
    • πλήρως
    • ιδιοκτησία
    • όφελος
    • ενεργητικό
    • ωφέλεια
    • γερός
    • αρκετά
    • καλό
    • Αγαθό
    • λοιπόν
    • πολύ
    • προϊόν
    • καλοσύνη
    • πασίγνωστος
    • προσόν
    • κέρδος
    • κτήση
    • περιουσιακό στοιχείο
    • πλούτη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bem
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλό

    Noun adjective noun

    όρος στην θρησκεία, ηθική, και φιλοσοφία

    Do que você sabe, você sabe muito bem.

    Εσείς από όσο ξέρω τον γνωρίζετε πολύ καλά.

Φράσεις παρόμοιες με "bem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη