Μετάφραση του "berro" σε Ελληνικά
Οι κραυγή, ξεφωνητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berro" σε Ελληνικά.
berro
noun
verb
masculine
γραμματική
-
κραυγή
noun feminineSunny estava numa idade em que a fala era uma série de berros ininteligíveis.
Η Σάννυ ήταν στην ηλικία που συνήθως κάποιος αρχίζει να μιλά μία σειρά των ακατανόητων διαπεραστικών κραυγών
-
ξεφωνητό
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " berro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "berro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κράζω · κραυγάζω · ξεφωνίζω · ουρλιάζω · φωνάζω · φωνασκώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη