Μετάφραση του "cadeira" σε Ελληνικά
Οι καρέκλα, Καρέκλα, κάθισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cadeira" σε Ελληνικά.
Uma peça de mobiliário constituída por um assento, pernas, costas e, por vezes, braços, na qual uma pessoa pode sentar-se.
-
καρέκλα
noun feminineDe 1 (objeto do mobiliário sobre o qual se assenta) [..]
Ele está condenado a viver numa cadeira de rodas.
Είναι καταδικασμένος να ζει σε αναπηρική καρέκλα.
-
Καρέκλα
Ele está condenado a viver numa cadeira de rodas.
Είναι καταδικασμένος να ζει σε αναπηρική καρέκλα.
-
κάθισμα
noun neuterNão, estou gozando com a cara dessa cadeira da Inquisição.
Όχι, έκανα πλάκα για αυτό το ανακριτικό κάθισμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θέση
- έδρα
- σκαμπό
- σκαμνί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cadeira " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
καρέκλα
nouncadeira estilo inglês - chipandeille
Ele está condenado a viver numa cadeira de rodas.
Είναι καταδικασμένος να ζει σε αναπηρική καρέκλα.
Εικόνες με "cadeira"
Φράσεις παρόμοιες με "cadeira" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Καλαθοσφαίριση με αμαξίδιο
-
κουνιστή καρέκλα
-
πολυθρόνα
-
καρέκλα
-
προσβάσιμο με αναπηρική καρέκλα
-
μη προσβάσιμο με αναπηρική καρέκλα
-
αναπηρική πολυθρόνα
-
ηλεκτρική καρέκλα