Μετάφραση του "cal" σε Ελληνικά
Οι κρητίδα, άσβεστος, cal είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cal" σε Ελληνικά.
cal
noun
masculine
γραμματική
-
κρητίδα
feminine -
άσβεστος
Adjective NounAzoto total caso se adicione nitrato de cálcio (nitrato de cal).
Ολικό άζωτο, εάν προστίθεται νιτρικό ασβέστιο (νιτρική άσβεστος).
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Cal
-
cal
Cal está trabalhando em alguma coisa que não nos mencionou?
Cal, δουλευεις καθολου πανω σε αυτα που ανεφερες?
-
Οξείδιο του ασβεστίου
Το οξείδιο του ασβεστίου (CaO), γνωστό και ως μη εσβεσμένη άσβεστος είναι μια πλατιά χρησιμοποιούμενη χημική ένωση. Είναι ένα λευκό, καυστικό, αλκαλικό, κρυσταλλικό στερεό σε θερμοκρασία δωματίου.
Essa lista inclui o óxido de cálcio (cal viva).
Στον κατάλογο περιλαμβάνεται το οξείδιο του ασβεστίου (άνυδρη άσβεστος).
Φράσεις παρόμοιες με "cal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασβεστόλιθος
-
αποβάθρα · εξέδρα · λιμάνι · μώλος · προκυμαία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη