Μετάφραση του "calor" σε Ελληνικά
Οι θερμότητα, ζέστη, θερμοκρασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calor" σε Ελληνικά.
calor
noun
masculine
γραμματική
-
θερμότητα
noun feminineAs tecnologias utilizadas nos processos são adaptadas para corresponderem melhor ao fornecimento de calor das energias renováveis.
Προσαρμογή των τεχνολογιών των διαδικασιών ώστε να συνδυάζονται καλύτερα με την παροχή θερμότητας από ανανεώσιμες πηγές.
-
ζέστη
nounNo Japão, faz muito calor no verão.
Στην Ιαπωνία έχει πολύ ζέστη το καλοκαίρι.
-
θερμοκρασία
noun feminineMas é projetado para reagir a aumentos de calor e adrenalina.
Φτιάχτηκε για να αντιδρά σε αυξημένη θερμοκρασία σώματος και στην αδρεναλίνη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καύσωνας
- Θερμότητα
- θερμική ενέργεια
- υψηλή θερμοκρασία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " calor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "calor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αστική θερμονησίδα
-
σχέση ηλεκτρισμού-θερμότητας
-
αντλία θερμότητας
-
Αντλία θερμότητας · αντλία θερμότητας
-
Εξίσωση θερμότητας
-
παροχή θερμότητας
-
τοπική παροχή θέρμανσης
-
ειδική θερμοχωρητικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη