Μετάφραση του "candeeiro" σε Ελληνικά

Οι πολυέλαιος, λυχνάρι, πολύφωτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "candeeiro" σε Ελληνικά.

candeeiro noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυέλαιος

    noun masculine

    O que aconteceu foi gesso com humidade e um candeeiro muito pesado.

    Αυτό που συνέβη ήταν μουχλιασμένος γύψος κι ένας πραγματικά βαρύς πολυέλαιος.

  • λυχνάρι

    noun neuter

    Esqueci da luz do candeeiro.

    Ξέχασα ν'ανάψω το λυχνάρι Σου.

  • πολύφωτο

    noun neuter

    Olhe, ele subiu para aqui, enforcou-se no candeeiro, saltou e derrubou a cadeira.

    Ανέβηκε εκεί πάνω, κρεμάστηκε απ'το πολύφωτο πήδηξε και κλώτσησε την καρέκλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " candeeiro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Candeeiro
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φωτιστικό

    A sua impressão digital estava no candeeiro do corredor.

    Το αποτύπωμά σας ήταν στο φωτιστικό του διαδρόμου.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "candeeiro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη