Μετάφραση του "cara" σε Ελληνικά

Οι πρόσωπο, τύπος, έκφραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cara" σε Ελληνικά.

cara adjective noun masculine feminine γραμματική

A parte frontal da cabeça, incluindo os olhos, o nariz a boca e a área ao redor.

+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσωπο

    noun neuter

    A parte frontal da cabeça, incluindo os olhos, o nariz a boca e a área ao redor.

    A cara dela é-me familiar, mas não sei de onde a conheço.

    Tο πρόσωπο της φαίνεται γνωστό, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ.

  • τύπος

    noun masculine

    Esse cara parece uma raposa.

    Αυτός ο τύπος μοιάζει με αλεπού.

  • έκφραση

    noun feminine

    A cara do Rossquando você disse, nós achamos você um babaca.

    Για την έκφραση του Ρος, όταν τον είπες κωλοπαιδαρά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ύφος
    • γκριμάτσα
    • φάτσα
    • μούρη
    • μούτρο
    • μορφασμός
    • αγάπη
    • αγαπητή
    • αγαπητέ
    • αέρας
    • αγαπητός
    • αγαπημένος
    • φίλτατος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cara " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cara"

Φράσεις παρόμοιες με "cara" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κουμπί "Γελαστούλης"
  • σύζυγος · σύντροφος βίου · σύντροφος ζωής · ταίρι
  • κορόνα ή γράμματα · κορώνα ή γράμματα
  • ανέκφραστος
  • αφοσίωση · σωματική οικειότητα
  • αγαπημένος · αγαπητέ · αγαπητή · αγαπητός · αδελφικός · ακριβός · δαπανηρός · φίλτατος
  • χλωμό πρόσωπο
  • Κορώνα ή γράμματα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cara" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη