Μετάφραση του "cor" σε Ελληνικά
Οι χρώμα, απόχρωση, χρωματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cor" σε Ελληνικά.
Uma propriedade das coisas que resulta da luz por elas reflectidas, transmitidas ou emitidas, causando esta luz uma sensação visual dependente dos seus comprimentos de onda.
-
χρώμα
noun neuterUma propriedade das coisas que resulta da luz por elas reflectidas, transmitidas ou emitidas, causando esta luz uma sensação visual dependente dos seus comprimentos de onda.
Pare de julgar as pessoas pela cor de sua pele.
Σταματήστε να κρίνετε τους ανθρώπους από το χρώμα του δέρματός τους.
-
απόχρωση
noun feminineUma propriedade das coisas que resulta da luz por elas reflectidas, transmitidas ou emitidas, causando esta luz uma sensação visual dependente dos seus comprimentos de onda.
O sangue do bebé vai rodopiar com uma mancha de cor.
Στο αίμα μωρού θα εμφανιστούν κηλίδες με γυαλιστερή απόχρωση.
-
χρωματισμός
nounEssa cor é natural e é determinada pela proliferação destas estirpes autóctones.
Ο χρωματισμός αυτός, ο οποίος προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό αυτών των αυτόχθονων βακτηριδιακών στελεχών είναι φυσικός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπογιά
- Χρώμα
- βαφή
- βαφική ύλη
- χρωστική ουσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cor"
Φράσεις παρόμοιες με "cor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρώμα πρώτου πλάνου
-
διαχωρισμοί χρωμάτων
-
με χρωματική κωδικοποίηση
-
χρώμα θέματος
-
έγχρωμος · απέξω · από στήθους · απ’ έξω · απ’ έξω κι ανακατωτά · νερό · χρωματικός
-
λεβάντα
-
Διαδικτυακά Χρώματα
-
με πρόσμειξη