Μετάφραση του "ducto" σε Ελληνικά

Οι αγωγός, σωλήνας, σωλήνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ducto" σε Ελληνικά.

ducto noun masculine γραμματική

Passagem corporal ou tubo alinhado a células epiteliais que conduzem uma secreção ou outra substância. (Ref. Histologia); [..]

+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωγός

    noun masculine

    Lá está o ducto.

    Ορίστε και ο αγωγός.

  • σωλήνας

    noun masculine

    A sonda passou facilmente através do ducto comum.

    Εντάξει ο σωλήνας πέρασε εύκολα μέσα από την χοληδόχο.

  • σωλήνωση

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κανάλι μεταφοράς νερού
    • σωλήνας μεταφοράς υγρών ή ρεύματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ducto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ducto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ducto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη