Μετάφραση του "galope" σε Ελληνικά

Το καλπασμός είναι η μετάφραση του "galope" σε Ελληνικά.

galope noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλπασμός

    noun

    E galope, e galope, e bata, e bata.

    Και καλπασμός, και καλπασμός και χτύπημα, χτύπημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " galope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "galope" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "galope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη