Μετάφραση του "garota" σε Ελληνικά

Οι κορίτσι, κοριτσάκι, γκόμενα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "garota" σε Ελληνικά.

garota noun feminine γραμματική

garota (coloquial) [..]

+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορίτσι

    noun neuter

    Uma pessoa jovem do sexo feminino, usualmente uma criança ou adolescente.

    A garota cantando ali é minha irmã.

    Το κορίτσι, που τραγουδάει εκεί, είναι η αδελφή μου.

  • κοριτσάκι

    noun neuter

    Ele é a única pessoa que essa garotinha tem.

    Είναι το μόνο άτομο που έχει το κοριτσάκι.

  • γκόμενα

    noun feminine

    Não sou uma maldita garota, você deve saber disso.

    Δεν είμαι καμιά γαμημένη γκόμενα θα πρέπει να το ξέρεις αυτό!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεσποινίς
    • κοπελιά
    • κόρη
    • μωρό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " garota " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "garota"

Φράσεις παρόμοιες με "garota" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "garota" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη