Μετάφραση του "linhite" σε Ελληνικά
Το λιγνίτης είναι η μετάφραση του "linhite" σε Ελληνικά.
linhite
noun
feminine
γραμματική
-
λιγνίτης
noun masculineInclui a linhite seca e o pó de linhite.
Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται ο ξηραμένος λιγνίτης και οι κονίες λιγνίτη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " linhite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "linhite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξόρυξη λιγνίτη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη