Μετάφραση του "opressor" σε Ελληνικά

Οι καταπιεστής, σατράπης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opressor" σε Ελληνικά.

opressor adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταπιεστής

    noun

    Nem porque o opressor está se comportando mais humanamente e mais benevolentemente.

    Ούτε γιατί ο παλιός καταπιεστής συμπεριφέρεται λιγότερο απάνθρωπα και πιο φιλάνθρωπα.

  • σατράπης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opressor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opressor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη