Μετάφραση του "orgasmo" σε Ελληνικά

Οι οργασμός, Οργασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orgasmo" σε Ελληνικά.

orgasmo noun masculine γραμματική

Momento de maior intensidade de sensações e prazer durante a actividade sexual.

+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οργασμός

    noun masculine

    O primeiro orgasmo em meses, e eu dormi quando ocorreu.

    Ο πρώτος οργασμός μετά από μήνες και κοιμόμουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orgasmo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Orgasmo
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οργασμός

    μια ιδιαίτερη ψυχική και σωματική κατάσταση, το τελικό στάδιο της σεξουαλικής διέγερσης

    Orgasmo isso e orgasmo aquilo.

    Οργασμός αυτό και οργασμός εκείνο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orgasmo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη