Μετάφραση του "recíproca" σε Ελληνικά

Οι αμοιβαίος, αλληλοπαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recíproca" σε Ελληνικά.

recíproca adjective
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμοιβαίος

    adjective masculine

    Ryan, o amor, o amor de verdade, é recíproco.

    Ράιαν, ο έρωτας, ο αληθινός έρωτας είναι αμοιβαίος.

  • αλληλοπαθής

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recíproca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "recíproca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλληλοπαθής · αμοιβαίος · κοινός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recíproca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη