Μετάφραση του "sede" σε Ελληνικά

Οι δίψα, έδρα, διψασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sede" σε Ελληνικά.

sede noun verb feminine γραμματική

Uma necessidade fisiológica de beber.

+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίψα

    noun feminine

    Uma necessidade fisiológica de beber. [..]

    Estou a par do que aconteceu à mulher dele e da sua sede de vingar a morte dela.

    Ξέρω για την γυναίκα του, και την δίψα του να εκδικηθεί τον θάνατό της.

  • έδρα

    noun feminine

    Para a sociedade, isto significa que o determinante é o local da sua sede.

    Για την εταιρία αυτό σημαίνει ότι αποφασιστικής σημασίας είναι το πού έχει την έδρα της.

  • διψασμένος

    particle

    Apenas um cidadão com sede, morrendo lentamente desidratado.

    Είμαι απλά ένας διψασμένος πελάτης που αργοπεθαίνει από αφυδάτωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τοποθεσία
    • πείνα
    • βάση
    • λαχτάρα
    • πόθος
    • λιμός
    • λιγούρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sede " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sede" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sede" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη