Μετάφραση του "supermercado" σε Ελληνικά
Οι υπεραγορά, σουπερμάρκετ, μπακάλικο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "supermercado" σε Ελληνικά.
supermercado
noun
masculine
γραμματική
-
υπεραγορά
noun feminineO seu supermercado está fechado à segunda-feira mas abre ao domingo e aos dias feriados.
Η υπεραγορά της είναι κλειστή τη Δευτέρα, αλλά παραμένει ανοικτή κατά τις Κυριακές και τις αργίες.
-
σουπερμάρκετ
noun neuterNo entanto, o volume das importações é mais elevado neste sector do que nos supermercados.
Ωστόσο, οι εισαγωγές είναι υψηλότερες απ' ό,τι στα σουπερμάρκετ.
-
μπακάλικο
noun neutermercado/mercadinho
Acho que vou até o supermercado comprar um peru ou coisa assim.
Θα περάσω απ'το μπακάλικο να πάρω μια γαλοπούλα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παντοπωλείο
- μεγάλο κατάστημα
- σούπερ μάρκετ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " supermercado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "supermercado"
Φράσεις παρόμοιες με "supermercado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καροτσάκι
-
τραμ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη