Μετάφραση του "voo" σε Ελληνικά

Οι πτήση, πέταγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voo" σε Ελληνικά.

voo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτήση

    noun feminine

    Ele perdeu o seu voo.

    Έχασε την πτήση του.

  • πέταγμα

    noun neuter

    Eu espero que você não ache Que voar naquele avião seja um trabalho.

    Ελπίζω να μην λες δουλειά το πέταγμα του αεροσκάφους σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "voo"

Φράσεις παρόμοιες με "voo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη