Μετάφραση του "voo" σε Ελληνικά
Οι πτήση, πέταγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voo" σε Ελληνικά.
voo
noun
verb
masculine
γραμματική
-
πτήση
noun feminineEle perdeu o seu voo.
Έχασε την πτήση του.
-
πέταγμα
noun neuterEu espero que você não ache Que voar naquele avião seja um trabalho.
Ελπίζω να μην λες δουλειά το πέταγμα του αεροσκάφους σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "voo"
Φράσεις παρόμοιες με "voo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει
-
του αγίου ποτέ
-
λειτουργία πτήσης
-
απογειώνομαι
-
επιφάνεια ελέγχου πτήσης
-
Ανεμοπορία · ανεμοπορία
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει
-
μεταφέρω αεροπορικώς · πετάω · πετώ · πετώ ψηλά · υψιπετώ · φτερουγίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη