Μετάφραση του "ac" σε Ελληνικά

Οι βελόνα, πευκοβελόνα, καρφίτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ac" σε Ελληνικά.

ac noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βελόνα

    noun feminine

    Nu contează cum învârt compasul, acul rămâne mereu în aceeasi pozitie.

    Όπως και να στρίψω την πυξίδα, η βελόνα πάντα δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση.

  • πευκοβελόνα

    noun feminine

    Jane a văzut un ac de pin în pantof lui Marx.

    Ο Τζέιν εντόπισε μια πευκοβελόνα, στο παπούτσι του Μαρξ.

  • καρφίτσα

    noun feminine

    De când ne cunoaştem, de abia dacă ai cumpărat un ac de pălărie din magazinul meu.

    Σε όλο μας το φλερτ, δεν είχες αγοράσει ούτε καρφίτσα απο το κατάστημά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ac " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ac" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ac" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη