Μετάφραση του "activitate" σε Ελληνικά
Οι δραστηριότητα, δράση, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "activitate" σε Ελληνικά.
ansamblu de acțiuni fizice sau spirituale în vederea obținerii unui rezultat
-
δραστηριότητα
noun feminineacțiuni umane care provoacă schimbări de situații, stări [..]
Vedem o activitate suspectă a unui eliberat condiţionat în oraşul vostru.
Βλέπουμε ασυνήθιστη δραστηριότητα από κάποιον με αναστολή στην κομητεία σας.
-
δράση
noun feminineSi folosesc propria molecula de clorofila ca sa continue activitatea.
Kαι χρησιμoπoιεί τη δική τoυ χρωστική, τη χλωρoφύλλη... για vα εκτελέσει τη δράση.
-
εργασία
noun feminineAutoritățile naționale din statele membre vizate facilitează activitatea funcționarilor Comisiei.
Οι εθνικές αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών διευκολύνουν την εργασία των υπαλλήλων της Επιτροπής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " activitate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "activitate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαγγελματική δραστηριότητα
-
οργανισμός παρέμβασης
-
περιοχή εποπτείας εργασιών
-
γονική επιχείρηση
-
κουμπί δραστηριότητας
-
έλεγχος δραστηριότητας
-
Μετάδοση δραστηριοτήτων
-
κοινοτική δραστηριότητα