Μετάφραση του "cert" σε Ελληνικά
Οι βέβαιος, ασφαλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cert" σε Ελληνικά.
cert
adjective
verb
masculine
γραμματική
care este lipsit de îndoială
-
βέβαιος
adjective masculinecare este lipsit de îndoială
Mai întâi, creanța Comisiei asupra reclamantei nu ar fi nici certă, nici exigibilă.
Κατ’ αρχάς, η απαίτηση της Επιτροπής έναντι του ενάγοντος δεν είναι ούτε βεβαία ούτε απαιτητή.
-
ασφαλής
adjectivePãrinţii tãi se certau des, în toamna aia, iar el ţi-a oferit siguranţã.
Οι γονείς σου διαφωνούσαν πολύ εκείνο τον καιρό και σε έκανε να νοιώθεις ασφαλής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη