Μετάφραση του "comun" σε Ελληνικά
Οι κοινός, γενικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comun" σε Ελληνικά.
comun
adjective
masculine
γραμματική
-
κοινός
adjective masculineVânzarea ar sublinia dorința comună de restructurare durabilă a băncii.
Η πώληση υπογραμμίζει την κοινή βούληση για εντατική αναδιάρθρωση της τράπεζας.
-
γενικός
adjective masculineNu trebuie ignorate nici infracțiunile de drept comun, sinuciderile și accidentele cu arme de foc.
Δεν πρέπει να παραβλέπονται επίσης η γενική εγκληματικότητα, οι αυτοκτονίες και τα ατυχήματα με πυροβόλα όπλα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " comun " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "comun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Comune mercato
-
χρόνος εκτέλεσης κοινής γλώσσας
-
κοινή πολιτική τιμών
-
Γερακίνα
-
Αραβική Κοινή Αγορά
-
κοινή πολιτική μεταφορών
-
Μέγιστος κοινός διαιρέτης
-
κοινό ταμείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη