Μετάφραση του "conduce" σε Ελληνικά

Οι οδηγώ, κυβερνώ, άγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conduce" σε Ελληνικά.

conduce verb γραμματική

a îndruma

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγώ

    verb

    Acest lucru a condus la disponibilizări şi în respectiva regiune, agravând situaţia socială.

    Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει και σε αυτές τις περιοχές σε απολύσεις, επιδεινώνοντας την κοινωνική κατάσταση της περιφέρειας.

  • κυβερνώ

    verb

    Prefer să nu conduc deloc, decât să conduc de unul singur.

    Καλύτερα να μην κυβερνώ καθόλου, από το να κυβερνώ μόνος.

  • άγω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διευθύνω
    • αναμένω
    • περιμένω
    • κυβερνάω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conduce " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conduce" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη