Μετάφραση του "conflict" σε Ελληνικά

Οι σύρραξη, σύγκρουση, διένεξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conflict" σε Ελληνικά.

conflict Noun γραμματική

dezacord; ceartă

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύρραξη

    noun feminine

    dezacord; ceartă

    Dacă deschidem focul asupra navelor lor şi ei ripostează, vom porni un conflict cu toate forţele.

    Αν επιτεθούμε και ανταποδώσουν, θα υπάρξει πλήρης σύρραξη.

  • σύγκρουση

    noun feminine

    dezacord; ceartă

    Prin urmare, trebuie înființate mecanisme eficiente pentru a preveni, identifica și remedia conflictele de interese.

    Συνεπώς, πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την επίλυση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων.

  • διένεξη

    noun feminine

    Nu poate exista decât o soluţie politică la acest conflict.

    Μόνο μία πολιτική λύση μπορεί να υπάρξει σε αυτή τη διένεξη.

  • διαφωνία

    noun feminine

    O arma nu se va rezolva un conflict cu un vecin.

    Ένα όπλο δεν θα λύσει μια διαφωνία με ένα γείτονα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conflict " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Conflict
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύγκρουση

    noun

    Prin urmare, trebuie înființate mecanisme eficiente pentru a preveni, identifica și remedia conflictele de interese.

    Συνεπώς, πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την επίλυση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων.

Φράσεις παρόμοιες με "conflict" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conflict" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη