Μετάφραση του "copil" σε Ελληνικά

Οι παιδί, μωρός, μωρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "copil" σε Ελληνικά.

copil noun masculine γραμματική

băiat (sau fată) în perioada de la naștere până la adolescență

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιδί

    noun neuter

    băiat (sau fată) în perioada de la naștere până la adolescență

    Sunt căsătorit și am doi copii.

    Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά.

  • μωρός

    noun masculine

    Hei, îmi plac copii care pot umple un scutec.

    Μου αρέσουν τα μωρά που μπορούν να γεμίσουν μια πάνα.

  • μωρό

    noun neuter

    Copilul meu vrea să vorbească.

    Το μωρό μου θέλει να μιλήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τέκνο
    • ανήλικος
    • ανώριμος
    • παιδαριώδης
    • θυγατρικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " copil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Copil
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιδί

    noun

    Copiii au nevoie de iubire.

    Τα παιδιά χρειάζονται αγάπη.

Φράσεις παρόμοιες με "copil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "copil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη