Μετάφραση του "copt" σε Ελληνικά

Οι ώριμος, μαγειρεμένος, μαγειρευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "copt" σε Ελληνικά.

copt adjective verb masculine γραμματική

individ aparținând populației indigene din Egipt și din Etiopia după creștinare, care profesa monofizismul [..]

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώριμος

    adjective

    care a ajuns în ultima fază de dezvoltare naturală

    Atunci când este copt, fructul se desface ușor de pe sâmbure.

    Όταν ο καρπός είναι ώριμος, η σάρκα αποσπάται εύκολα από τον πυρήνα.

  • μαγειρεμένος

  • μαγειρευμένος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " copt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "copt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "copt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη