Μετάφραση του "dor" σε Ελληνικά
Το λαχτάρα είναι η μετάφραση του "dor" σε Ελληνικά.
dor
noun
neuter
γραμματική
-
λαχτάρα
noun feminineTensiunea dintre o viaţă convenţională şi dorul de a asculta chemarea aventurii.
Την ένταση ανάμεσα σε μια συμβατική ζωή και τη λαχτάρα να ακούσεις το κάλεσμα για περιπέτεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σ' αποθύμησα
-
πληγώνω · πονάω · τραυματίζω · υποφέρω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη