Μετάφραση του "efectiv" σε Ελληνικά

Οι αποτελεσματικός, πραγματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "efectiv" σε Ελληνικά.

efectiv adjective noun masculine neuter γραμματική

care are efect

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτελεσματικός

    adjective

    care are efect

    O modalitate efectivă de a opri pe vreunul dintre voi de a face rău unuia dintre noi.

    Ένας αποτελεσματικός τρόπος να σταματήσω οποιονδήποτε από εσάς, να βλάψει κάποιον από εμάς.

  • πραγματικός

    adjective masculine

    Această prevedere pare esenţială pentru a garanta că ajutorul ajunge în mod efectiv la beneficiarii vizaţi.

    Η διάταξη αυτή κρίνεται καθοριστική προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η ενίσχυση ωφελεί πραγματικά τους δικαιούχους-στόχο που αφορά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " efectiv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "efectiv" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "efectiv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη