Μετάφραση του "electric" σε Ελληνικά

Το ηλεκτρικός είναι η μετάφραση του "electric" σε Ελληνικά.

electric adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλεκτρικός

    adjective masculine

    Sursa de căldură este un radiator electric cu o putere utilă de 500 W.

    Ως πηγή θερμότητας χρησιμοποιείται ένας ηλεκτρικός θερμαντήρας ωφέλιμης ισχύος 500 W.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " electric " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "electric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "electric" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη