Μετάφραση του "elice" σε Ελληνικά

Οι έλικας, έλικα, προπέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elice" σε Ελληνικά.

elice noun Noun feminine γραμματική

organ rotitor care pune în mișcare un avion, un vapor etc.

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλικας

    noun masculine

    organ rotitor care pune în mișcare un avion, un vapor etc.

    Voi doi sunteţi ca o elice dublă a crizelor.

    Οι δυο σας είστε ένας διπλός έλικας κρίσης.

  • έλικα

    noun feminine

    În cazul unui motor sau al unei elice se poate folosi denumirea tipului.

    Εάν πρόκειται για κινητήρα ή έλικα, επιτρέπεται η χρήση της ονομασίας του τύπου.

  • προπέλα

    noun feminine

    După ce porneşte motorul, nu te mai mişti, astfel vei muşca din elice.

    Μη κουνηθείς όταν πάρει η μηχανή γιατί θα φας την προπέλα στη μούρη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "elice"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη