Μετάφραση του "eston" σε Ελληνικά

Οι εσθονικός, Εσθονός, εσθονικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eston" σε Ελληνικά.

eston adjective Adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσθονικός

    adjective masculine
  • Εσθονός

    noun masculine

    Ansip este primul premier eston din istoria celor două ţări care vizitează Turcia

    Ο Ανσίπ είναι ο πρώτος Εσθονός πρωθυπουργός που επισκέπτεται την Τουρκία στην ιστορία των δυο χωρών

  • εσθονικό

    adjective neuter

    Sistemul eston de școlarizare electronică 26 pregătește o nouă generație de elevi care vor fi extrem de performanți și competenți în folosirea noilor tehnologii.

    Το εσθονικό σύστημα ηλεκτρονικού σχολείου 26 προετοιμάζει τη μελλοντική γενιά, ώστε να είναι πιο ικανή και περισσότερο τεχνολογικά εξοικειωμένη από ποτέ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εσθονή
    • εσθονική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eston " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eston" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη