Μετάφραση του "farmacie" σε Ελληνικά
Οι φαρμακείο, φαρμακευτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "farmacie" σε Ελληνικά.
farmacie
Noun
γραμματική
-
φαρμακείο
noun neuterVoi merge la farmacie şi să colecteze Joxer.
Θα πάω στο φαρμακείο και μετά θα μαζέψω τον Τζόξερ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " farmacie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Farmacie
-
φαρμακευτική
noun– Iarbă de mare și alte alge utilizate în special în farmacie sau pentru consumul uman
– Φύκια, που χρησιμοποιούνται κυρίως στη φαρμακευτική ή που χρησιμεύουν κυρίως για τη διατροφή του ανθρώπου
Εικόνες με "farmacie"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη