Μετάφραση του "mic" σε Ελληνικά
Οι μικρός, λίγος, νέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mic" σε Ελληνικά.
mic
adjective
noun
masculine
γραμματική
care este de mărime sub norma obișnuită
-
μικρός
adjective masculinecare este de mărime sub norma obișnuită
Fratele meu cel mic se uită la televizor.
Ο μικρός μου αδερφός βλέπει τηλεόραση.
-
λίγος
adjectivecare este de mărime sub norma obișnuită
E cam palid, dar o mică plajă îl poate vindeca.
Είναι λίγο χλωμό, αλλά τίποτα που δε μπορεί να θεραπεύσει λίγος ήλιος.
-
νέος
noun masculineA spus că reface clubul în cele mai mici detalii.
Λέει ότι θα ανακαινήσει το νέο του μαγαζί κάτω στο κέντρο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μικρό
- μικρή
- μικρόσ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mic"
Φράσεις παρόμοιες με "mic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λέων Μικρός
-
μικρομεσαίες επιχειρήσεις
-
Πάουερ φόργουορντ
-
Κουφομπεκάτσινο
-
Νανοβουτηχτάρι
-
μικρή επιχείρηση
-
πράσινο ανθρωπάκι
-
Μαρμαρυγίες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη