Μετάφραση του "ocean" σε Ελληνικά

Οι ωκεανός, Ωκεανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ocean" σε Ελληνικά.

ocean Noun γραμματική

întindere vastă de apă sărată care separă continentele

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωκεανός

    noun masculine

    θαλάσσια έκταση [..]

    Uriaşul ocean al Pământului producea uriaşe furtuni cauzând inundaţii şi eroziune.

    Ο παγκόσμιος ωκεανός προκαλούσε τεράστιες καταιγίδες προκαλώντας πλημμύρες και διάβρωση.

  • Ωκεανός

    proper

    întindere vastă globală de apă sărată

    Departe de pământ, oceanul deschis, o întindere nesfârşită de albastru, un imens deşert al apelor.

    Μακριά από κάθε γη, ο Ανοιχτός Ωκεανός μια απέραντη έκταση γαλάζιου τεράστια υδάτινη έρημος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ocean " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ocean" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ocean" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη