Μετάφραση του "pom" σε Ελληνικά
Οι δέντρο, δένδρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pom" σε Ελληνικά.
pom
noun
masculine
γραμματική
arbore, copac
-
δέντρο
noun neuterarbore, copac
Familia adoptiva are o casa mare cu curte si pomi.
Η ανάδοχη οικογένεια έχει σπίτι με αυλή και ένα δέντρο.
-
δένδρο
noun neuterarbore, copac
Mesajul lui Lehi este să stăm în preajma pomului.
Το μήνυμα του Λεχί είναι να μείνουμε κοντά στο δένδρο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δένδρο των χριστουγέννων
-
christougenniátiko déntro|χριστουγεννιάτικο δέντρο · déndro tōn Christougénnōn|δένδρο των Χριστουγέννων
-
christougenniátiko déntro|χριστουγεννιάτικο δέντρο · déndro tōn Christougénnōn|δένδρο των Χριστουγέννων · δένδρο των Χριστουγέννων · χριστουγεννιάτικο δένδρο · χριστουγεννιάτικο δέντρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη