Μετάφραση του "pompier" σε Ελληνικά

Οι πυροσβέστης, πυροσβεστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pompier" σε Ελληνικά.

pompier adjective noun masculine γραμματική

persoană care stinge focuri

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυροσβέστης

    noun masculine

    persoană care stinge focuri [..]

    Casey nu vrea ca eu să fiu pompier.

    Λοιπόν, ο Casey δεν θέλει να γίνω πυροσβέστης.

  • πυροσβεστική

    noun feminine

    De când am ieşit de la departamentul de pompieri.

    Περίπου από τότε που έφυγα από την πυροσβεστική υπηρεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pompier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pompier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pompier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη