Μετάφραση του "procuror" σε Ελληνικά

Οι εισαγγελέας, κατήγορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "procuror" σε Ελληνικά.

procuror Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγγελέας

    noun masculine

    De cercetare nu se ocupă poliţia, ci un procuror.

    Η αστυνομία δεν ηγείται της έρευνας, αλλά ο εισαγγελέας.

  • κατήγορος

    noun masculine

    Ca procuror al maiestatii sale, cer cea mai aspra pedeapsa pentru acesti complici, care au participat cu inversunare.

    Ως κατήγορος εξ ονόματος του βασιλιά, απαιτώ την μεγαλύτερη τιμωρία γι'αυτούς τους συνεργάτες στα εγκλήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " procuror " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "procuror" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη