Μετάφραση του "rival" σε Ελληνικά

Οι ανταγωνιστής, αντίζηλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά.

rival Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνιστής

    noun masculine

    Principalul lui rival se ocupă cu spălarea de bani prin intermediul parcării sale.

    Λοιπόν, ο βασικός ανταγωνιστής του ξεπλένει χρήματα από το γκαράζ του.

  • αντίζηλος

    Adjective Noun masculine

    Un om inteligent îşi transforma rivalii în aliaţii preţioşi.

    Μόνο ένας επιτήδειος γίνεται αντίζηλος ενός πολύτιμου συμμάχου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rival " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη