Μετάφραση του "rom" σε Ελληνικά

Οι ρούμι, Ρομ, Ρομ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rom" σε Ελληνικά.

rom noun masculine neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρούμι

    noun neuter

    Băutură alcoolică obținută din trestie de zahăr

    Si aduc prajituri cu rom de ziua ta.

    Και φέρνουν μαζί τούρτα από ρούμι, για κάθε γενέθλια.

  • Ρομ

    noun masculine

    Dar fratele meu Rom nu e atât de liberal ca mine.

    Αλλά ο αδελφός μου ο Ρομ δεν είναι τόσο φιλελεύθερος όπως εγώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rom
+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρομ

    proper masculine

    Dar fratele meu Rom nu e atât de liberal ca mine.

    Αλλά ο αδελφός μου ο Ρομ δεν είναι τόσο φιλελεύθερος όπως εγώ.

  • Ρομά

    proper p

    23 Domnul Belov, care se prezintă ca fiind rom, locuiește în cartierul „Ogosta”.

    23 Ο V. H. Belov, ο οποίος δηλώνει ότι ανήκει στην κοινότητα Ρομά, κατοικεί στη συνοικία «Ogosta».

Φράσεις παρόμοιες με "rom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη