Μετάφραση του "uimi" σε Ελληνικά

Οι εκπλήσσω, καταπλήσσω, εκπλήττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uimi" σε Ελληνικά.

uimi verb γραμματική

a face să rămână profund impresionat

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκπλήσσω

    verb

    Dar sunt mereu uimit că la întâlnirea cu un traficant de arme oamenii vin mereu înarmaţi.

    Και πάλι, δεν παύει να με εκπλήσσει ότι όταν συναντούν έναν έμπορο όπλων, όλοι ανεξαιρέτως φέρνουν όπλα.

  • καταπλήσσω

    verb

    uimeşte cum cineva atât de mare şi viguros poate fi doborât de ceva atât de mic.

    Με καταπλήσσει πώς κάτι τόσο μεγάλο και δυνατό μπορεί να καταρριφθεί από κάτι τόσο μικρό.

  • εκπλήττω

    a face să rămână profund impresionat

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σαστίζω
    • αφήνω άναυδο
    • αφήνω εμβρόντητο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uimi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uimi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uimi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη