Μετάφραση του "ulei" σε Ελληνικά
Οι λάδι, έλαιο, πετρέλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ulei" σε Ελληνικά.
-
λάδι
noun neuterCând am intrat ultima oară, am ieşit cu pantalonii plini de ulei de motor.
Την τελευταία φορά που μπήκα εκεί μέσα γέμισε λάδι μηχανής το παντελόνι μου.
-
έλαιο
noun neuterEmulsii de grăsimi și uleiuri, în principal de tip apă în ulei
Γαλακτώματα λιπών και ελαίων, κυρίως τύπου νερό σε έλαιο
-
πετρέλαιο
noun neuterShyu aprinde pieile îmbibate cu ulei şi tada!
Ο Σάιου θα ανάψει τους σπάγκους, εμποτισμένους με πετρέλαιο και ιδού!
-
λαδί
noun neuterPentru petrecerea burlacelor, dar am uitat uleiul şi casca la hotel.
Για το πάρτι των κοριτσιών, μόνο που άφησα το λαδί και το κράνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ulei " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Λάδι
Uleiuri de rapiță, de rapiță sălbatică sau de muștar și fracțiunile acestora, chiar rafinate, dar nemodificate chimic
Λάδια αγριογογγύλης, αγριοκράμβης ή σιναπιού και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα
Φράσεις παρόμοιες με "ulei" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λινέλαιο
-
ελαιουργία
-
αιθέριο έλαιο
-
ελαιοκράμβη
-
Ελαιόλαδο · ελαιόλαδο
-
Ηλιέλαιο
-
φόρος λιπαρών ουσιών
-
ορυκτέλαια