Μετάφραση του "izolovanie" σε Ελληνικά
Το μόνωση είναι η μετάφραση του "izolovanie" σε Ελληνικά.
izolovanie
-
μόνωση
noun feminineIzolovanie potrubí a koncových dúchadiel, ktoré sú umiestnené vo zvukotesných budovách
Μόνωση αγωγών και τελικών φυσητήρων που βρίσκονται σε ηχομονωμένα κτίρια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " izolovanie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη