Μετάφραση του "fill" σε Ελληνικά
Οι νήμα, κλωστή, αμέσως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fill" σε Ελληνικά.
fill
noun
adverb
masculine
γραμματική
-
νήμα
noun neuterKy fill thuret në një vegjë horizontale dhe me të bëhen rripa të gjatë.
Με αυτό το νήμα υφαίνονται μακριές λωρίδες υφάσματος σε έναν οριζόντιο αργαλειό εδάφους.
-
κλωστή
noun feminineAi është vetëm një fill brenda saj, sepse të gjithë ndajmë të njëjtën frymë.
Είναι απλώς μια κλωστή μέσα σε αυτήν, γιατί όλοι μοιραζόμαστε την ίδια ανάσα.
-
αμέσως
adverbMirëpo, ngaqë e filluam herët atë ditë, më zuri gjumi fill pasi nisëm udhëtimin me makinë.
Επειδή όμως είχαμε φύγει πολύ νωρίς, αποκοιμήθηκα αμέσως μόλις ξεκινήσαμε με το αυτοκίνητο.
-
ακαριαίος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fill " σε Ελληνικά
-
Google Translate
Εικόνες με "fill"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη