Μετάφραση του "lym" σε Ελληνικά

Οι λάσπη, βόρβορος, γύψος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lym" σε Ελληνικά.

lym noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Αλβανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάσπη

    noun feminine

    Që prej vitit 1324, venecianët ndërmorën punime inxhinierike kolosale për të devijuar lumenjtë që rrezikonin ta mbytnin lagunën me lym.

    Από το 1324 κιόλας, οι Βενετοί ανέλαβαν την κατασκευή τεράστιων μηχανικών έργων ώστε να εκτρέψουν ποταμούς που απειλούσαν να πνίξουν τη λιμνοθάλασσα με λάσπη.

  • βόρβορος

    masculine
  • γύψος

    noun masculine
  • πηλός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lym " σε Ελληνικά

  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lym" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη