Μετάφραση του "episkop" σε Ελληνικά

Οι επίσκοπος, επίσκοπος, Επίσκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "episkop" σε Ελληνικά.

episkop
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίσκοπος

    noun masculine

    Kad ljudi vide šta se sve može kad ima vere, episkop će sam da dođe.

    Όταν δει την προσέλευση του κόσμου, ο επίσκοπος θα αλλάξει γνώμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " episkop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

епископ
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίσκοπος

    noun masculine
  • Επίσκοπος

    εκκλησιαστικός υπεύθυνος επισκοπής (για Καθολικό επίσκοπο υπάρχει το → Q611644, για Ορθόδοξο το → Q15283040)

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "episkop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη