Μετάφραση του "imovina" σε Ελληνικά

Οι πάγιο, πόρος, ιδιοκτησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imovina" σε Ελληνικά.

imovina
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάγιο

  • πόρος

    noun masculine

    To je sva duhovna imovina na Zemlji koja je postala Hristovo vlasništvo u vezi s njegovom vlašću kao nebeskog Kralja.

    Αυτά είναι όλοι οι πνευματικοί πόροι που έχουν γίνει περιουσία του Χριστού στη γη σε σχέση με την εξουσία του ως ουράνιου Βασιλιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imovina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

имовина
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    Не слуге или имовина, већ жива бића истих права... као они што вас створише.

    Όχι σκλάβοι ή ιδιοκτησία κάποιων, αλλά ζωντανά όντα με τα ίδια δικαιώματα με αυτούς που σας έφτιαξαν.

  • περιουσία

    noun

    Та имовина никада не би могла да се брани на начин на који нам је потребна.

    Αυτή η περιουσία ποτέ δε θα χρησιμοποιηθεί όπως θα θέλαμε..

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imovina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη