Μετάφραση του "islandski" σε Ελληνικά

Οι Ισλανδικά, ισλανδικά, ισλανδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "islandski" σε Ελληνικά.

islandski

Severnogermanski jezik koji se uglavnom govori na Islandu.

+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισλανδικά

    Bio je krupan i visok, skoro prevelik za male islandske ponije koje je koristio na svojim putovanjima.

    Ήταν άντρας με επιβλητικό ανάστημα—ψηλός—παραήταν μεγαλόσωμος για τα μικρά ισλανδικά πόνι που χρησιμοποιούσε στα ταξίδια του.

  • ισλανδικά

    noun

    Severnogermanski jezik koji se uglavnom govori na Islandu.

    Bio je krupan i visok, skoro prevelik za male islandske ponije koje je koristio na svojim putovanjima.

    Ήταν άντρας με επιβλητικό ανάστημα—ψηλός—παραήταν μεγαλόσωμος για τα μικρά ισλανδικά πόνι που χρησιμοποιούσε στα ταξίδια του.

  • ισλανδικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " islandski " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Исландски
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισλανδικά

  • ισλανδικά

    noun
исландски

Severnogermanski jezik koji se uglavnom govori na Islandu.

+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισλανδικά

  • ισλανδικά

    noun

    Severnogermanski jezik koji se uglavnom govori na Islandu.

  • ισλανδικός

    adjective
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "islandski" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη