Μετάφραση του "mati" σε Ελληνικά

Οι μάνα, μητέρα, μάνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mati" σε Ελληνικά.

mati
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάνα

    noun feminine

    Video sam Roz i sakrio se, u slučaju da je ona njena užasna mati sa njom.

    Είδα τη Ροζ και κρύφτηκα μήπως και η πολυλογού η μάνα της ήταν μαζί.

  • μητέρα

    noun feminine

    Moja mati je Grkinja.

    Η μητέρα μου είναι ελληνική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

мати
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάνα

    noun feminine
  • μαμά

    noun feminine

    То би ти убило мати.

    Θα σκoτώσει τη μαμά σoυ.

  • μητέρα

    noun feminine

    Мати вам оде до Харбарда, због вашег брата Ивара.

    Η μητέρα σου πηγαίνει στον Χάρμπαρντ για τον αδερφό σου τον Άιβαρ.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη