Μετάφραση του "prst" σε Ελληνικά
Οι δάχτυλο, δάκτυλο, δάχτυλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prst" σε Ελληνικά.
prst
-
δάχτυλο
noun neuterMama ga je uvek nosila na ovom prstu.
Η μαμά πάντα το φορούσε σε αυτό το δάχτυλο.
-
δάκτυλο
noun neuterZnate, ovo malo kretena pokušao da ugrize svoj prst ranije.
Το καθικάκι προσπάθησε να μου ξεριζώσει το δάκτυλο νωρίτερα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prst " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
прст
-
δάχτυλο
noun masculineМожда му одрезат прст, знате, или врх носа.
Mπορεί να τους κόβουμε και το δάχτυλο, ή την άκρη της μύτης.
Εικόνες με "prst"
Φράσεις παρόμοιες με "prst" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
peep toe
-
μονάδα ανάγνωσης δακτυλικών αποτυπωμάτων
-
κτύπημα δύο δακτύλων
-
μέσος
-
Υπηρεσία παροχής διαπιστευτηρίων δακτυλικών αποτυπωμάτων των Windows
-
δεξιό κλικ δύο δακτύλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη