Μετάφραση του "rob" σε Ελληνικά

Οι δούλος, δούλος, σκλάβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rob" σε Ελληνικά.

rob
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • δούλος

    noun masculine

    Nemojte biti njihov rob niti ih se plašite.

    Μη γίνετε δούλος τους ούτε να τα φοβάστε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rob " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

роб
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • δούλος

    noun masculine

    Ја сам твој затвореник, твој роб ако то желиш.

    Είμαι αιχμάλωτός σου, δούλος σου, αν το επιθυμείς.

  • σκλάβος

    noun masculine

    άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση σκλαβιάς (για χρήση σε ανθρώπους με κατάσταση κοινωνικής τάξης P3716)

    Ту одлуку мора сваки човек сам да донесе, било да је роб или слободан.

    Αυτή είναι μια απόφαση που κάθε άντρας, σκλάβος ή ελεύθερος, πρέπει να πάρει μόνος του.

Εικόνες με "rob"

Φράσεις παρόμοιες με "rob" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rob" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη